Αγριεύει ο τόπος μου…


Είναι παρηγοριά να χτυπάει το τηλέφωνό σου. Ν’ ακούς άλλους ανθρώπους που θέλουν να επικοινωνήσουν μαζί σου, ν’ ανταλλάξουν δυο λέξεις, ένα γεια χαρά, μια καλή κουβέντα, πώς είναι η οικογένεια, τέτοιες απλές τετριμμένες καθημερινές κουβέντες. Αισθάνεσαι τη ζέστη της φωνής των ανθρώπων, την καλή τους διάθεση, την ενέργειά τους, που ένα κομματάκι της έστω και μέσα από το τηλέφωνο φτάνει σε σένα για να σου υπενθυμίσει πως είσαι κοινωνικό ον, πως ζεις για να μοιράζεσαι καλά και κακά με τους συνανθρώπους σου.

Μόνο που τελευταία το τηλέφωνό μου κουδουνίζει αγχωτικά, αν μπορούσε να ειπωθεί, τρομαγμένα κι ανησυχητικά… Το καταλαβαίνεις από την πρώτη ανάσα του συνομιλητή σου, μια γρήγορη αναπνοή, και ένα παγωμένο, εξαναγκασμένο χαμόγελο και άβολη στάση του σώματος, κι ένα πρώτο παροξύτονο: «Τι κάνεις βρε θηρίο; Χαχα…χαχα… χαχα…».

Και μετά παύση, σαν να σου λέει, άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε, και μετά από ένα ορυμαγδό άσχετης και τυπικής εισαγωγής χωρίς νόημα και με παλινωδίες καταλήγει: «Να τα πούμε κι από κοντά καμιά μέρα… Ρε συ… Και συ δεν έχεις ένα γιο; Μπράβο, τι κάνει;… Ωραία… Ναι, κι ο δικός μου μωρέ, γι’ αυτό σε πήρα, τελείωσε και ψάχνει για δουλειά…» ή «τον έδιωξαν μετά από δεκατέσσερις μήνες στην εταιρεία…» ή «άνεργη είναι πάλι, κλεισμένη στο δωμάτιο της, όλη μέρα στο ίντερνετ, τι να κάνω, δίκιο έχει το παιδί, ανάθεμα που γύρισα, μου έλεγε τις προάλλες και βρόνταγε τις πόρτες», και μόνιμο επιμύθιο »μήπως έχεις ακούσει για καμιά δουλειά;» που υποκρύπτει έναν πρώιμο τόνο απογοήτευσης, σαν να προσθέτει: «Το ξέρω πώς είναι μάταιος ο κόπος, πως άλλη μια μέρα ανεργίας και βαρεμάρας θα περάσει, αλλά παρόλ’ αυτά «μήπως άκουσες για καμιά δουλειά;»

Και βέβαια εννοείται πως οι απαιτήσεις χαμηλώνουν, κι ο τυχερός που θα προσληφθεί με το τεράστιο ποσό των 640 ευρώ το μήνα θα θεωρεί τόσο τυχερό τον εαυτό του που θα δανειστεί από τους γονείς του για να το γιορτάσει με τους φίλους του. Το ευτυχές γεγονός…. και η αγωνία αναβάλλεται για έξι μήνες μέχρι να λήξει η νέα σύμβαση…

«Κάναμε αίτηση για Νέα Ζηλανδία», μου λέει μια φίλη που ο γιος της τελείωσε τοπογράφος στην Αγγλία και για δυο χρόνια μάταια έψαχνε στην πατρίδα του για δουλειά.. Του τηλεφώνησαν από την πρεσβεία, έτρεξε, ξεκάλτσωτος που λέει ο λόγος, ταυτοποίησαν την αίτηση με τον ίδιο, μια προσωπική συνέντευξη, κι η υπεύθυνη του έδειξε ένα σημείο στην υδρόγειο. «Ξέρετε που βρίσκεται η Νέα Ζηλανδία; Θέλετε πραγματικά να εργαστείτε εκεί; Γνωρίζετε πώς δεν μπορείτε να πάρετε την επόμενη το αεροπλάνο να γυρίσετε στη πατρίδα σας; Για ρίξτε μια ματιά. Είμαστε στην άλλη πλευρά της υδρογείου…»

«Είμαι προετοιμασμένος», είπε το παιδί και διέκρινες ένα ελαφρό σπάσιμο στη φωνή του… Αυτά μου έλεγε η φίλη μου για το γιο της στο τηλέφωνο, ενώ ίδρωνε το αυτί μου, και θυμήθηκα τον Νίκο Καρούζο και το ποίημα του…

ΤΕΛΟΣ ΑΓΑΠΗΣ

Αγριεύει ο τόπος μου
Σε αποκρούω Ελλάδα
Η λογική σώνεται, τι θα ακολουθήσει;
Αττική διαύγεια… τι άλλοθι!

Τέλειωσε με Θεέ μου, Συν άπειρο…
Τα μάτια σου τι μεταφράζουν;
Ερήμωση. Ροκανίζω νοερά…


Του Στέλιου Μάινα απο το aixmi.gr